Αποσαφηνίστηκε ο ρόλος χημικής ουσίας στην εμφύτευση του εμβρύου στη μήτρα

19/09/2013

Λονδίνο, Ηνωμένο Βασίλειο
Την «χημική φλυαρία» που καθορίζει εάν ένα έμβρυο θα εμφυτευθεί στη μήτρα επιτυχώς ή όχι, κατάφεραν να μελετήσουν σε βάθος βρετανοί ερευνητές, σύμφωνα με στοιχεία που θα παρουσιαστούν στο συνέδριο Αναπαραγωγικής Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον.

Μέχρι σήμερα οι επιστήμονες δεν γνώριζαν πως τα τοιχώματα της μήτρας αντιλαμβάνονται αν ένα έμβρυο είναι υγιές ώστε να του επιτρέψουν να εμφυτευθεί. Η μελέτη των Πανεπιστημίων του Σαουθάμπτον και του Γουάργουικ δείνχει ότι η ποσότητα της χημικής ουσίας τρυψίνης, βοηθά στον καθορισμό της εμφύτευσης του εμβρύου.

Οι ερευνητές ελπίζουν τώρα να μπορέσουν να αξιοποιήσουν αυτή την πληροφορία ώστε στο μέλλον να δημιουργήσουν καλύτερες θεραπείες για την υπογονιμότητα.

Όταν ένα σπερματοζωάριο γονιμοποιεί ένα ωάριο και αρχίζει η ανάπτυξη, η διαδικασία αυτή δεν εξελίσσεται πάντα ομαλά και πολλά έμβρυα έχουν χρωμοσωμικές ανωμαλίες. Η φύση έχει προβλέψει για την ύπαρξη ενός μηχανισμού που διακόπτει την κύηση σε τέτοιες περιπτώσεις.

«Το ερώτημα λοιπόν είναι, πως το ενδομήτριο δηλαδή τα τοιχώματα της μήτρας ανιχνεύουν την ποιότητα του εμβρύου», διερωτάται ο ειδικός σε θέματα γονιμότητας, καθηγητής Νικ Μακλον.

Η μελέτη έρχεται να απαντήσει αυτή ακριβώς την ερώτηση, αποδεικνύοντας ότι χημικές ουσίες που αναδύονται από το έμβρυο στα πολύ αρχικά στάδια της ζωής του, παρέχουν στο ενδομήτριο τις κατάλληλες πληροφορίες για το αν πρέπει να επιτρέψει τη συνέχιση της εγκυμοσύνης ή όχι.

Η τρυψίνη παίζει καθοριστικό ρόλο. Αν βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, τότε επιφέρει αλλαγές στην φύση της μήτρας ώστε να την καταστήσει πιο δεκτική στην υποδοχή του εμβρύου. Αν τα επίπεδα της χημικής ουσίας είναι πολύ χαμηλά, τότε το τοίχωμα της μήτρα στρεσσάρεται και γίνεται λιγότερο δεκτικό.

«Αν το έμβρυο είναι καλό έμβρυο, τότε και η αντίδραση της μήτρας είναι καλή και επιτρέπεται η εμφύτευση. Αν το έμβρυο είναι κακής ποιότητας, τότε το ενδομήτριο απορρίπτει το έμβρυο», εξηγεί ο Δρ Μακλον.

«Εντοπίζοντας τις χημικές διαδικασίες που σηματοδοτούν την αλλαγή αυτή, η οποία έχει καίρια σημασία στην αποτυχία της αποτυχίας εμφύτευσης των εμβρύων στην διαδικασία της εξωσωματικής γονιμοποίησης, ελπίζουμε να μπορέσουμε μελλοντικά να προσφέρουμε καλύτερες θεραπείες για την υπογονιμότητα», συμπληρώνει ο ειδικός.

Για παράδειγμα, οι επιστήμονες ίσως μπορούν να καταγράφουν τα σήματα που εκπέμπει το έμβρυο και έτσι να επιλέγουν εκείνο που έχει καλύτερες πιθανότητες να γίνει αποδεικτό από τη μήτρα.

Επίσης, η μελέτη μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση των επαναλαμβανόμενων αποβολών, που σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν σχετιστεί με γυναίκες που είναι «υπέρ-γόνιμες» και καταφέρνουν να κυοφορήσουν έμβρυα που υπό άλλες συνθήκες θα είχαν απορριφθεί.

Πηγή: health.in.gr

Send to Facebook Tweet This Share