ΗΠΑΤΙΤΙΔΑ: Η άστατη ερωτική συμπεριφορά εγκυμονεί κινδύνους

11/09/2012

Σε παγκόσμιο επίπεδο υπολογίζεται ότι υπάρχουν περισσότεροι από 300.000.000 φορείς του ιού της ηπατίτιδας Β, ενώ 250.000 άτομα πεθαίνουν κάθε χρόνο λόγω ηπατικής ανεπάρκειας οξείας ή χρόνιας οφειλομένης σε λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β. 

Οι φορείς του ιού της ηπατίτιδας Β σήμερα στην Κύπρο εκτιμώνται γενικά στο 2% του πληθυσμού, ενώ υπάρχουν επίσης και ομάδες πληθυσμού (μετανάστες) με αυξημένα ποσοστά χρόνιας φορείας του ιού που κυμαίνονται από 1- 1,5%, γεγονός που πρέπει να αποτελέσει την επαγρύπνηση των αρμοδίων φορέων υγείας και την προφύλαξη σε προσωπικό επίπεδο. 

Αν και πρόκειται για νόσο η οποία μπορεί να προκληθεί από πολλά αίτια, όπως ιούς, τοξίνες, αλκοόλ, εναπόθεση λίπους και φάρμακα, στην κοινή γνώμη ο όρος "ηπατίτιδα" κατά κανόνα αποδίδεται στις ηπατίτιδες από ιούς ή ιογενείς ηπατίτιδες.

Η σεξουαλική συμπεριφορά, αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για τη μόλυνση από τους ιούς της υπατίτιδας Β και C σε περίπτωση που ο σεξουαλικός σύντροφος είναι φορέας του ιού. Αυτονόητη λοιπόν, είναι η χρήση του προφυλακτικού, που πρέπει να αποτελεί είδος πρώτης ανάγκης γιατί εξασφαλίζει πλήρη ασφάλεια και καταργεί το άγχος του κινδύνου μόλυνσης. 

Πώς μεταδίδεται ο ιός της ηπατίτιδας γενικά και ποια συμπτώματα παρουσιάζει;
Οι πιο γνωστοί ιοί είναι οι ιοί ηπατίτιδας B και C. Όταν κάποιος από αυτούς τους ιούς εισέλθει στο ανθρώπινο σώμα, μεταφέρεται με την κυκλοφορία του αίματος αρχικά στο ήπαρ και προκαλεί φλεγμονή του οργάνου αυτού, δηλαδή ηπατίτιδα, ενώ η αρχική επαφή ενός ατόμου με κάποιον από τους ιούς ηπατίτιδας οδηγεί μετά από λίγες εβδομάδες σε οξεία ηπατίτιδα. Ο τρόπος που εκδηλώνεται η αρχική οξεία νόσηση είναι ίδιος για όλους τους ιούς ηπατίτιδας αλλά διαφέρει από άτομο σε άτομο. Έτσι, μερικά άτομα εμφανίζουν κλινικά έκδηλη νόσο με συμπτωματολογία κοινού κρυολογήματος (κόπωση, αδυναμία, μυϊκούς πόνους, ανορεξία, ναυτία, απέχθεια προς το κάπνισμα, χαμηλή πυρετική κίνηση), ίκτερο (κίτρινη χροιά δέρματος), αλλαγή στο χρώμα των ούρων (σαν κονιάκ) και συχνά και των κοπράνων (αποχρωματισμός) ή πόνο στο δεξιό άνω μέρος της κοιλίας κάτω από το θώρακα. Στις περιπτώσεις αυτές οι εξετάσεις (αναλύσεις) αίματος εμφανίζουν αύξηση των τιμών των ενζύμων του ήπατος (τρανσαμινάσες) περισσότερο από 10 φορές πάνω από τα ανώτερα φυσιολογικά όρια. 

Ολοι οι ασθενείς εμφανίζουν συμπτώματα;
Πολλές φορές η οξεία ηπατίτιδα δεν γίνεται αντιληπτή από τον πάσχοντα που ανακαλύπτει την λοίμωξη αργότερα μέσω ελέγχων αίματος ρουτίνας (check-up). Σε αυτή την περίπτωση ο ασθενής θεωρείται ότι έχει μεταπέσει στο στάδιο της χρόνιας ηπατίτιδας καθώς δεν έχει καταφέρει να αποβάλει τον ιό κατά τη φάση της οξείας ηπατίτιδας. Οι ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα δεν έχουν κανένα απολύτως σύμπτωμα (ίσως να αναφέρουν κούραση). Παρά την απουσία όμως συμπτωμάτων, η χρόνια ηπατίτιδα συχνά εξακολουθεί να προκαλεί ερεθισμό και να καταστρέφει το ήπαρ. Έτσι, ένα ποσοστό των ασθενών με χρόνια ηπατίτιδα αναπτύσσει κίρρωση του ήπατος (σχηματισμός ινών κα όζων στο συκώτι), δηλαδή σχεδόν πλήρη καταστροφή του. Όλοι οι ασθενείς με κίρρωση έχουν αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν καρκίνο του ήπατος.

Η ηπατίτιδα Β μεταδίδεται πιο εύκολα σε αντίθεση με τη C;
Η μορφή αυτή μεταδίδεται όταν ο ιός εισέλθει στην κυκλοφορία του αίματος (με τη σεξουαλική επαφή, τρύπημα από μολυσμένη βελόνα, κατά τη διάρκεια οδοντιατρικών ή άλλων επεμβάσεων, μετάγγιση αίματος, και κατά τη διάρκεια του τοκετού από τη μητέρα στο νεογνό). Επίσης μεταδίδεται με το τατουάζ, τις ξυριστικές μηχανές και τις οδοντόβουρτσες. 

Όταν κάποιος μολυνθεί από τον ιό της ηπατίτιδας Β, ανιχνεύεται στο αίμα του ένα τμήμα του ιού, που λέγεται αυστραλιανό αντιγόνο (αντιγόνο επιφανείας). Στη συνέχεια μέσα στο επόμενο εξάμηνο περίπου, η μεγάλη πλειοψηφία, περίπου το 80%, αυτοϊάται (δηλαδή θεραπεύεται από μόνη της χωρίς κάποια ιατρική παρέμβαση). Σε αυτή την περίπτωση δεν ανιχνεύεται πλέον το αυστραλιανό αντιγόνο, οπότε ο ασθενής δεν μεταδίδει τη νόσο. Επίσης ανιχνεύονται αντισώματα στο αίμα, που εξασφαλίζουν ανοσία απέναντι στη νόσο (δηλαδή ο ασθενής πλέον είναι προστατευμένος και δεν υπάρχει περίπτωση να νοσήσει ξανά από ηπατίτιδα Β). Στο υπόλοιπο ποσοστό (περί το 20%) το αυστραλιανό αντιγόνο παραμένει στο αίμα, ενώ αντισώματα δεν αναπτύσσονται και ο ασθενής λέμε ότι πάσχει από χρονία ηπατίτιδα Β. Η πιθανότητα ανάπτυξης χρόνιας ηπατίτιδας Β εξαρτάται από την ηλικία λοίμωξης του ασθενούς (μετάπτωση σε χρόνια ηπατίτιδα 95% στα νεογνά, 60% στα παιδιά και μόλις 2-5% στους ενήλικες) και από την κλινική εικόνα (εάν δεν εμφανισθούν συμπτώματα ο ασθενής μεταπίπτει πολύ συχνότερα σε χρόνια ηπατίτιδα σε σχέση με τους ασθενείς οι οποίοι παρουσίασαν συμπτωματική ικτερική οξεία ηπατίτιδα). Για τον πιο πάνω λόγο ο παγκόσμιος οργανισμός υγείας προχώρησε στη σύσταση για εμβολιασμό όλων των νεογνών και παιδιών. 

Οι ασθενείς που δεν κατορθώνουν να αποβάλουν τον ιό της ηπατίτιδας Β κατά τη φάση της οξείας ηπατίτιδας χαρακτηρίζονται ως χρόνιοι «φορείς» του ιού της ηπατίτιδας Β (όσοι δηλαδή διατηρούν τον ιό στον οργανισμό τους για διάστημα μεγαλύτερο από 6 μήνες). Ένα ποσοστό 40% των ασθενών αυτών αναπτύσσουν ενεργό βλάβη του ήπατος, δηλαδή χρόνια ηπατίτιδα Β, ενώ ένα υψηλό ποσοστό αυτών θα αναπτύξουν μετά από χρόνια κίρρωση και πιθανόν καρκίνο του ήπατος. 

Δυστυχώς, τόσο οι χρόνιοι φορείς του ιού της ηπατίτιδας Β όσο και οι ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β δεν παρουσιάζουν συμπτώματα για δεκαετίες μέχρι να αναπτυχθούν εκδηλώσεις προχωρημένης κίρρωσης του ήπατος (ίκτερος, ασκίτης, ηπατική εγκεφαλοπάθεια, κιρσοί οισοφάγου). Επίσης, δεν υπάρχει κανένας δείκτης που να μπορεί με ασφάλεια να προβλέψει ποιος από τους χρόνιους φορείς του ιού θα αναπτύξει κάποια στιγμή χρόνια ηπατίτιδα. Γι'αυτό όλοι οι χρόνιοι φορείς της ηπατίτιδας Β θα πρέπει να παρακολουθούνται εφ'όρου ζωής με περιοδικές εξετάσεις αίματος με στόχο την έγκαιρη ανακάλυψη μετάπτωσης σε χρόνια ηπατίτιδα και χορήγηση θεραπείας για πρόληψη ανάπτυξης της κίρρωσης.

Υπάρχουν κάποιες κατηγορίες ατόμων που να είναι υψηλού κινδύνου για λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας Β;
Συνήθως είναι τα άτομα με πολλούς ερωτικούς συντρόφους, οι σύζυγοι ή ερωτικοί σύντροφοι ασθενών με ηπατίτιδα. Άτομα που εργάζονται σε επαγγέλματα υγείας, οι χρήστες ενδοφλέβιων ναρκωτικών ουσιών, οι άνδρες ομοφυλόφιλοι, άτομα τα οποία υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση. Τρόφιμοι και προσωπικό ιδρυμάτων χρόνιων πασχόντων ή πνευματικά καθυστερημένων ατόμων. Οι φυλακισμένοι και το προσωπικό των φυλακών.

Υπάρχουν μέτρα πρόληψης για την ηπατίτιδα Β και εννοώ εμβόλιο το οποίο να προστατεύει από τη νόσο;
Η πρόληψη της ηπατίτιδας Β σαφώς και στηρίζεται στον εμβολιασμό ο οποίος είναι υποχρεωτικός για όλα τα βρέφη και τα παιδιά. Εμβολιασμός συνιστάται επίσης για όλα τα άτομα τα οποία ανήκουν στις ομάδες υψηλού κινδύνου που αναφέρθηκαν προηγουμένως. Όλοι οι ασθενείς με ηπατίτιδα Β θα πρέπει να μην μοιράζονται με άλλους βελόνες ή προσωπικά αντικείμενα που μπορεί να έλθουν σε επαφή με το αίμα τους (οδοντόβουρτσες, ξυραφάκια και ότι προκαλεί μικροτραυματισμό). Όλα τα άτομα με πολλαπλούς ή άγνωστους ερωτικούς συντρόφους θα πρέπει να χρησιμοποιούν προφυλακτικό κατά τις ερωτικές τους πράξεις. Σε περίπτωση έκθεσης στον ιό, η χορήγηση εξουδετερωτικών αντισωμάτων με την υπεράνοση γ-σφαιρίνη παρέχει κάποιου βαθμού προστασία.

Ποια είναι τα μέσα θεραπείας σήμερα τόσο για τους φορείς όσο και για τους ασθενείς με ηπατίτιδα Β;
Οι δυνατότητες θεραπευτικής παρέμβασης στην ηπατίτιδα Β έχουν βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Η οξεία ηπατίτιδα Β κατά κανόνα δεν χρειάζεται θεραπεία παρά μόνο σε πολύ σοβαρές περιπτώσεις (κεραυνοβόλος οξεία ηπατίτιδα). Οι χρόνιοι φορείς επίσης δεν έχουν ανάγκη και δεν επωφελούνται από τη θεραπεία. Η ανάγκη χορήγησης θεραπείας σε ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β πρέπει να αποφασίζεται κατά περίπτωση και η θεραπεία να εφαρμόζεται από γιατρούς με εμπειρία στα νοσήματα αυτά. Επί του παρόντος υπάρχουν τρία φάρμακα για την θεραπευτική αντιμετώπιση της χρόνιας ηπατίτιδας Β, η ιντερφερόνη-α η οποία χορηγείται με την μορφή υποδορίων ενέσεων και η λαμιβουδίνη και αδεφοβίρη τα οποία χορηγούνται με την μορφή δισκίων (χάπια) και τα οποία φαίνεται να επιτυγχάνουν ύφεση της νόσου σε σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών. Τα παραπάνω φάρμακα δεν εκριζώνουν τον ιό, φαίνεται όμως ότι καθυστερούν την εξέλιξη της νόσου σε κίρρωση και καρκίνο του ήπατος. Ήδη βρίσκονται σε πειραματικό στάδιο διάφορα άλλα σκευάσματα τα οποία είτε μόνα τους ή σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα θα βελτιώσουν ακόμα περισσότερο την προοπτική θεραπείας για τους ασθενείς με ηπατίτιδα Β.
- Η ηπατίτιδα C είναι εξίσου μεταδοτική όπως και η Β, πώς εξελίσσεται και ποια η αντιμετώπισή της;
- Ο ιός της ηπατίτιδας C μεταδίδεται με την λεγόμενη «παρεντερική» οδό, δηλαδή με επαφή του ατόμου με μολυσμένο αίμα ή παράγωγα αίματος. Συνήθεις τρόποι διασποράς του ιού είναι:
- Χρήση ενδοφλέβιων ναρκωτικών (η κύρια οδός μετάδοσης)
- Μετάγγιση αίματος ή παραγώγων του (πριν από το 1992)
- Αιμοκάθαρση (τεχνητός νεφρός)

Σπανιότερα μεταδίδεται με :
- Τρύπημα με μολυσμένη βελόνα ή εργαλείο
- Τατουάζ, τρύπημα σημείων του σώματος
- Σεξουαλική επαφή
- Μετάδοση από τη μητέρα στο νεογνό κατά τον τοκετό.

Αξίζει να σημειωθεί ότι σε ένα ποσοστό 30% δεν αποκαλύπτεται ποτέ έκθεση σε παράγοντα κινδύνου. Η αρχική επαφή με τον ιό της ηπατίτιδας C οδηγεί στην ανάπτυξη οξείας ηπατίτιδας. Αυτή μερικές φορές παίρνει την τυπική της εικόνα (ίκτερος, αλλαγή στο χρώμα των κοπράνων και των ούρων, κοιλιακό άλγος) συνήθως όμως παραμένει απαρατήρητη από τον πάσχοντα. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι οι περισσότεροι ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C δεν αναφέρουν ιστορικό ίκτερου κατά το παρελθόν. Ένας μέρος των πασχόντων ανακαλύπτεται τυχαία σε κάποιο κέντρο αιμοδοσίας, ενώ άλλοι ασθενείς αποκαλύπτονται τυχαία, όταν κατά τη διάρκεια ελέγχου ρουτίνας (check-up) βρίσκεται αύξηση των τρανσαμινασών. Το βασικό χαρακτηριστικό της λοίμωξης με τον ιό της ηπατίτιδας C είναι η αυξημένη μετάπτωση της οξείας ηπατίτιδας σε χρονιότητα (70-80%) που χαρακτηρίζεται από συνεχή παραμονή του ιού στο ήπαρ και σε άλλους ιστούς. 

Οι ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα C δεν έχουν συνήθως κανένα σύμπτωμα, και στις περισσότερες περιπτώσεις ακολουθεί μια ήπια και μακρόχρονη πορεία. Παρά την αργή και ήπια αυτή πορεία ποσοστό 15-20% αυτών αναπτύσσουν κίρρωση εντός 20ετίας. Ο κίνδυνος ανάπτυξης κίρρωσης είναι πολύ μικρότερος σε παιδιά και νέες γυναίκες και πολύ μεγαλύτερος σε μεσήλικες με μετά μετάγγιση ηπατίτιδα ή ναρκομανείς. Η ταυτόχρονη παρουσία ηπατίτιδας Β και/ή λοίμωξης με τον ιό του AIDS και η κατάχρηση αλκοόλ επιταχύνουν την εξέλιξη της χρόνιας ηπατίτιδας C σε κίρρωση. Όλοι οι ασθενείς με κίρρωση έχουν αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν καρκίνο του ήπατος. Η κίρρωση και ο καρκίνος του ήπατος αποτελούν τις δύο πιο συχνές αιτίες θανάτου των ασθενών με χρόνια ηπατίτιδα C. Ο ιός της ηπατίτιδας C παρουσιάζει μια σημαντική ποικιλία μορφών (γονοτύπων) γεγονός που καθιστά πολύ δύσκολή την παρασκευή εμβολίου, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον. 

Επομένως, προφύλαξη μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την τήρηση κανόνων ατομικής και δημόσιας υγιεινής. Θα πρέπει να αποφεύγεται η κοινή χρήση συρίγγων και βελόνων και το ιατρικό και παραϊατρικό προσωπικό να φορά γάντια κατά την εκτέλεση ιατρικών πράξεων.

Δρ Παύλος Παύλου
Γαστρεντερολόγος - Ηπατολόγος 

Send to Facebook Tweet This Share