Κολπική μαρμαρυγή: Η πιο συχνή μορφή αρρυθμίας

08/08/2012

Η κολπική μαρμαρυγή είναι η συχνότερη μορφή καρδιακής αρρυθμίας και εμφανίζεται σε περιπτώσεις όπου διαταράσσεται η ηλεκτρική λειτουργία του καρδιακού μυός.


Στην υγιή καρδιά, ο φλεβόκομβος (ο ηλεκτρικός διεγέρτης της καρδιάς) δημιουργεί ένα ηλεκτρικό ερέθισμα στους κόλπους της καρδιάς. Αυτό το ερέθισμα μεταφέρεται στις κοιλίες της καρδιάς, με συντονισμένο τρόπο. Στους ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή, αντί για ένα μόνο ηλεκτρικό ερέθισμα από τον φλεβόκομβο, δημιουργούνται πολλές μη φυσιολογικές ηλεκτρικές διεγέρσεις σε διάφορα σημεία των κόλπων. Αυτό πυροδοτεί μια γρήγορη και ασυντόνιστη δραστηριότητα των κόλπων της καρδιάς που προκαλεί ακανόνιστους και γρήγορους παλμούς.


Η κολπική μαρμαρυγή μπορεί να είναι μόνιμη ή να εμφανίζεται κατά διαστήματα (υποτροπές). Τα συχνότερα συμπτώματά της είναι αίσθημα παλμών (ταχείς ακανόνιστοι παλμοί, ή «φτερούγισμα»), δυσκολία στην αναπνοή, ζάλη και αίσθημα βάρους ή σφίξιμο στο στήθος, ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις όπου η νόσος δεν παρουσιάζει κανένα σύμπτωμα, με κίνδυνο να μην γίνει διάγνωση της νόσου έως την εμφάνιση των επιπλοκών της. Η κολπική μαρμαρυγή μπορεί να διαγνωσθεί εύκολα και αναίμακτα κατά τη διάρκεια του συνηθισμένου ηλεκτροκαρδιογραφήματος.


Οι συχνότεροι καρδιαγγειακοί παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση της κολπικής μαρμαρυγής είναι η αρτηριακή υπέρταση, οι βαλβιδοπάθειες (κυρίως οι παθήσεις της μιτροειδούς βαλβίδας) και η στεφανιαία νόσος. Άλλοι παράγοντες κινδύνου είναι ο υπερθυρεοειδισμός, η παχυσαρκία, η κατανάλωση αλκοόλ και η προχωρημένη ηλικία. Ωστόσο, σε ορισμένους ασθενείς δεν υπάρχει εμφανής αιτία για την νόσο.


Σε λίγες περιπτώσεις, η κολπική μαρμαρυγή μπορεί να οφείλεται σε οξείες αναστρέψιμες καταστάσεις, όπως το έμφραγμα του μυοκαρδίου, πρόσφατη καρδιοχειρουργική επέμβαση, η οξεία πνευμονική νόσος, η περικαρδίτιδα, η μυοκαρδίτιδα.


Ποιες είναι οι επιπτώσεις της κολπικής μαρμαρυγής; 

Η κολπική μαρμαρυγή ευθύνεται για το 15-20% του συνόλου των εγκεφαλικών επεισοδίων: όταν η καρδιά αδυνατεί, εξαιτίας της νόσου, να προωθήσει ικανοποιητικά το αίμα στα διάφορα όργανα, είναι πιθανό να δημιουργηθούν θρόμβοι (πήγματα αίματος). Εάν ένας θρόμβος αποφράξει κάποια αρτηρία, όπως για παράδειγμα στον εγκέφαλο, μπορεί να προκαλέσει αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. 


Το εγκεφαλικό επεισόδιο που συσχετίζεται με κολπική μαρμαρυγή είναι, κατά κανόνα, βαρύτερο από το ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο άλλης αιτιολογίας. Επιπλέον, η νόσος αυξάνει στο διπλάσιο έως τριπλάσιο τον κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας και διπλασιάζει τον κίνδυνο θανάτου, ενώ δυσχεραίνει την καθημερινότητα των ασθενών καθώς τα συμπτώματά της (ταχυπαλμία, στηθάγχη, δύσπνοια, κόπωση ή ζάλη), τους εμποδίζουν να εκτελέσουν καθημερινές δραστηριότητες.


Η κολπική μαρμαρυγή θεωρείται σημαντικό αίτιο νοσηρότητας και θνησιμότητας για περίπου 4,5 εκατομμύρια πολίτες που πάσχουν από κολπική μαρμαρυγή στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


Αν και η κολπική μαρμαρυγή είναι λιγότερο συχνή σε άτομα νεαρής και μέσης ηλικίας, η συχνότητά της αυξάνει ώστε να αποτελεί αυξανόμενη απειλή για τη δημόσια υγεία. Η κολπική μαρμαρυγή, όπως και ο διαβήτης, το μεταβολικό σύνδρομο και η καρδιακή ανεπάρκεια, εκτιμάται ότι θα εξελιχθούν περαιτέρω ως συνοδοί της γήρανσης του πληθυσμού στον αιώνα μας.



Πρόκειται για ένα πρόβλημα του οποίου η συχνότητά εμφάνισης αυξάνεται όσο αυξάνεται και η ηλικία. Παρόλο που δεν υπάρχουν ακριβή επιδημιολογικά δεδομένα η συχνότητα της κολπικής μαρμαρυγής σε άτομα μέχρι την ηλικία των πενήντα ετών εκτιμάται ότι φτάνει περίπου στο 1% του γενικού πληθυσμού. Από κει και πέρα όσο περνούν οι δεκαετίες τόσο αυξάνεται η συχνότητά της και υπολογίζουμε ότι σε ανθρώπους άνω των 80 ετών παρατηρείται σε ποσοστό που υπερβαίνει το 10%.


Μορφές

Στην πράξη υπάρχουν τρείς μορφές κολπικής μαρμαρυγής.


Α. Η παροξυσμική. Διαρκεί λιγότερο από 1 εβδομάδα και αποκαθίσταται από μόνη της, και

Β. Εμμένουσα. Διαρκεί περισσότερο από 1 εβδομάδα και συνεχίζεται επ’ αόριστον χωρίς ιατρική παρέμβαση

Γ. Η μόνιμη. Η ύπαρξη επομένως κολπικής μαρμαρυγής δε σημαίνει κατ’ ανάγκη την ύπαρξη οργανικής καρδιακής νόσου.


Ομάδες υψηλού κινδύνου

Πέρα από τους ηλικιωμένους άλλα άτομα που έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο σε σχέση με το γενικό πληθυσμό να πάθουν κολπική μαρμαρυγή είναι καταρχήν τα άτομα που έχουν κάποιο πρόβλημα με την καρδιά τους. Συνηθέστερα προβλήματα που προκαλούν κολπική μαρμαρυγή είναι καρδιακή ανεπάρκεια, η στεφανιαία νόσος, η υψηλή αρτηριακή πίεση, οι βαλβιδοπάθειες (κυρίως οι παθήσεις της μιτροειδούς βαλβίδας) και οι μυοκαρδιοπάθειες. Σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκουν της και τα άτομα που έχουν παραπληρωματικά δεμάτια, δηλαδή που έχουν γεννηθεί με κάποιο πρόβλημα στο σύστημα παραγωγής και αγωγής του ηλεκτρικού ερεθίσματος στην καρδιά. 


Μπορεί όμως να υπάρχουν και εξωκαρδιακά αίτια.

Είναι δυνατόν δηλαδή κάποιος να πάθει κολπική μαρμαρυγή χωρίς να έχει πρόβλημα με την καρδιά του αλλά εξαιτίας άλλων προβλημάτων υγείας όπως για παράδειγμα υπερθυρεοειδισμό, πνευμονοπάθειες και λοιμώξεις.


Υπάρχουν επίσης και οι περιπτώσεις εμφάνισης κολπικής μαρμαρυγής στις οποίες δεν ανευρίσκεται ούτε πρόβλημα καρδιάς ούτε κάποιο άλλο πρόβλημα υγείας. Σ’ αυτές της περιπτώσεις μιλάμε για μονήρη κολπική μαρμαρυγή.


Τέλος, μπορεί κανείς να πάθει κολπική μαρμαρυγή από κατανάλωση καφεΐνης, αλκοολούχων ποτών αλλά και ναρκωτικών ουσιών. Οι ασθενείς επομένως δεν πρέπει να ξεχνούν ότι η ύπαρξη κολπικής μαρμαρυγής δε σημαίνει κατ’ ανάγκη την ύπαρξη οργανικής καρδιακής νόσου.



Τα τελευταία 20 χρόνια ο αριθμός των νοσηλειών εξαιτίας της κολπικής μαρμαρυγής έχει αυξηθεί και υπολογίζεται ότι στην Ευρώπη, οι εισαγωγές στο νοσοκομείο λόγω της νόσου αντιστοιχούν στο 1/3 του συνόλου των νοσηλειών για αρρυθμιολογικά προβλήματα και καρδιακό θάνατο.


Πως αντιμετωπίζεται η κολπική μαρμαρυγή;

Ένας τακτικός απλός καρδιολογικός έλεγχος (ακρόαση και ηλεκτροκαρδιογράφημα) και ένας υγιεινός τρόπος ζωής, αποτελούν την καλύτερη εγγύηση για την αποφυγή της νόσου και την έγκαιρη αντιμετώπισή της.


Σε περιπτώσεις εμφάνισης της νόσου, η θεραπεία της έχει τρεις βασικούς στόχους: την αποκατάσταση του φυσιολογικού φλεβοκομβικού ρυθμού, τον έλεγχο της καρδιακής συχνότητας και την πρόληψη της δημιουργίας θρόμβων, με κύριους σκοπούς την μείωση των συμπτωμάτων από την αρρυθμία και την μείωση των επιπλοκών από το καρδιαγγειακό σύστημα (και άρα την μείωση της νοσηρότητας και θνητότητας).
Η αντιμετώπιση της κολπικής μαρμαρυγής μπορεί να γίνει με φαρμακολογικές και μη φαρμακολογικές παρεμβάσεις αν και η φαρμακευτική θεραπεία με αντιαρρυθμικά φάρμακα εξακολουθεί να είναι η πρώτη επιλογή.

 

Δρ Λοΐζος Αντωνιάδης
MD PhD FESC FACC
Διευθυντής Καρδιολογίας
Αντιπρόεδρος Καρδιολογικής Εταιρείας Κύπρου

Send to Facebook Tweet This Share