Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου και ο ρόλος της διατροφής

24/07/2012

Το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου ή σπαστική κολίτιδα όπως αλλιώς ονομάζεται, αποτελεί μια συχνή διαταραχή, η οποία προκαλεί κοιλιακό άλγος.

Ιάταση της κοιλίας και δυσλειτουργία του εντέρου η οποία χαρακτηρίζεται από χαλαρές κενώσεις (διάρροια), δυσκοιλιότητα ή εναλλαγές των πιο πάνω καταστάσεων. Η διάγνωση του ευερέθιστου εντέρου τίθεται μόνο μετά τον αποκλεισμό νόσων οι οποίες προσβάλλουν το γαστρεντερικό σύστημα (οισοφάγο, στομάχι, δωδεκαδάκτυλο, λεπτό και παχύ έντερο) μετά από γαστροσκόπηση και κολονοσκόπηση. Η θεραπεία του ευερεθίστου εντέρου βασίζεται κυρίως στη χρήση καθαρτικών, σπασμολυτικών, αντικαταθλιπτικών και φαρμάκων τα οποία τροποποιούν τις συνήθειες του εντέρου, ανάλογα με το αν η δυσκοιλιότητα ή η διάρροια αποτελούν την κύρια ενόχληση. 

Η πιο πάνω αγωγή φαίνεται να βελτιώνει τα συμπτώματα του ευερέθιστου εντέρου σε ένα μικρό μόνο ποσοστό ασθενών προκαλώντας τη δυσαρέσκειά τους και ωθώντας τους στην αναζήτηση βοήθειας από ένα ευρύ φάσμα εναλλακτικών αγωγών, ειδικότερα διαιτητικής φύσεως.

Το ευερέθιστο έντερο (ΕΕ) αποτελεί μια πολυπαραγοντική διαταραχή για την οποία ενέχεται ένας σημαντικός αριθμός διαφορετικών μηχανισμών, παρά το γεγονός ότι ο προεξέχων μηχανισμός διαφέρει από ασθενή σε ασθενή. Παρά ταύτα, οι ασθενείς είναι πεπεισμένοι ότι η επίταση των συμπτωμάτων τους προέρχεται από συγκεκριμένα είδη τροφών και μερικοί εξ αυτών βελτιώνονται με την αποφυγή των τροφών αυτών. 

Η ανίχνευση της δυσανεξίας σε συγκεκριμένα είδη τροφών είναι δύσκολη λόγω μη γνώσης της αιτιολογίας, μη ειδικής συμπτωματολογίας και σχετικής δυσκολίας στην πρόσβαση στο όργανο στόχο. Έτσι οι περισσότερες μελέτες στηρίζονταν στη χρήση διαίτων εξ αποκλεισμού, οι οποίες είναι εξαιρετικά χρονοβόρες. 

Οι προσπάθειες για έλεγχο τροφικής δυσανεξίας στο ΕΕ στηρίζονταν κυρίως στην «κλασική» τροφική αλλεργία βασιζόμενη στην παρουσία lgE αντισωμάτων, παρότι φαίνεται ότι αυτές οι "εμμέσου τύπου" αντιδράσεις είναι αρκετά σπάνιες σε αυτή τη διαταραχή. Είναι έτσι πιθανό η επίταση των συμπτωμάτων σε ασθενείς με ευερέθιστο έντερο να οφείλεται σε κάποια άλλη μορφή ανοσολογικών μηχανισμών, παρά σε διαιτητική αλλεργία. Τέτοιες αντιδράσεις δυνατό να προέρχονται μέσω lgG αντισωμάτων, οι οποίες δίνουν χαρακτηριστικά μια καθυστερημένη απάντηση μετά την έκθεση σε συγκεκριμένο αντιγόνο και έχουν ενοχοποιηθεί σε μερικές περιπτώσεις υπερευαισθησίας σε τροφές. 

Ο μηχανισμός αυτός όμως είναι αμφιλεγόμενος και θεωρείται από μερικούς ότι είναι φυσιολογικός καθώς τα lgG αντισώματα δυνατό να ανιχνευθούν και σε φυσιολογικά άτομα. Σε μία πρόσφατη εργασία η οποία δημοσιεύθηκε σε ένα από τα γνωστότερα γαστρεντερολογικά περιοδικά και στην οποία έλαβαν μέρος 150 ασθενείς με σύνδρομο ευερεθίστου εντέρου, αποκλείσθηκαν όλες οι τροφές έναντι των οποίων είχαν βρεθεί ότι οι ασθενείς είχαν lgG αντισώματα με τη χρήση ELISA. 

Ο πρωτεύων στόχος ήταν αλλαγές στη βαρύτητα των συμπτωμάτων από το ΣΕΕ και στη μέτρηση της γενικής αίσθησης, ενώ δευτερεύοντες ήταν η εξωεντερική συμπτωματολογία, η ποιότητα ζωής και ο βαθμός άγχους και κατάθλιψης. Μετά από 12 εβδομάδες, υπήρξε κατά 28% μείωση του σκορ των συμπτωμάτων στην ομάδα ασθενών στην οποία αποκλείσθηκαν οι τροφές στις οποίες είχαν ανιχνευθεί lgG αντισώματα. Στους πλήρως συμμορφωθέντες ασθενείς η μείωση της βαθμολογίας ήταν ακόμα μεγαλύτερη (54%). 

Παρεκκλίσεις στη δίαιτα οδήγησαν σε υποτροπή των συμπτωμάτων στο 24% των ασθενών. Πολλοί ασθενείς με ΣΕΕ προτιμούν μια διαιτητική θεραπεία για την επίλυση των προβλημάτων τους αντί της λήψης φαρμάκων και τα οικονομικά οφέλη αυτής της προσέγγισης είναι προφανή.

Είναι γνωστό ότι οι ασθενείς ξοδεύουν αρκετά χρήματα σε διάφορες δοκιμασίες για να βρεθεί σε ποια φαγητά είναι ευαίσθητοι. Τα πρόσφατα δεδομένα δείχνουν ότι η αποφυγή τροφών βάσει της παρουσίας lgG αντισωμάτων έναντι αυτών μπορεί να είναι ένας επιτυχής τρόπος να επιτευχθεί μείωση των συμπτωμάτων από το ΣΕΕ και αξίζει ιδιαίτερης προσοχής.

Δρ Παύλος Αντωνίου
Γαστρεντερολόγος, Ηπατολόγος

Send to Facebook Tweet This Share